πολυπίδαξ

-ακος, ὁ, ἡ, Α
αυτός που έχει πολλούς πίδακες, πολλές πηγές («Ἴδην πολυπίδακα», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ-* + πῖδαξ, -ακος (πρβλ. μεθυ-πῖδαξ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πολυπῖδαξ — with many springs masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Accentuation Du Grec Ancien — L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle brève ou …   Wikipédia en Français

  • Accentuation du grec — ancien L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle… …   Wikipédia en Français

  • Accentuation du grec ancien — L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle brève ou …   Wikipédia en Français

  • ίδη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Κόρη του Κορύβαντα και σύζυγος του βασιλιά της Κρήτης Λυκάστη. Ήταν μητέρα του Μίνωα του νεότερου, βασιλιά και νομοθέτη της Κρήτης. 2. Νύμφη, κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μελισσέα. Μαζί με την αδελφή της Αδράστεια… …   Dictionary of Greek

  • πολυπίδακος — ον, Α πολυπῖδαξ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + πιδαξ (< πῖδαξ, ακος)] …   Dictionary of Greek

  • πολυπίδακα — πολυπί̱δακα , πολυπίδακος neut nom/voc/acc pl πολυπί̱δακα , πολυπῖδαξ with many springs masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπίδακας — πολυπί̱δακας , πολυπῖδαξ with many springs masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπίδακι — πολυπί̱δακι , πολυπῖδαξ with many springs masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπίδακος — πολυπί̱δακος , πολυπίδακος masc/fem nom sg πολυπί̱δακος , πολυπῖδαξ with many springs masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.